Παράδοση των Σαρακατσάνων

Ιστορία

Οι Σαρακατσάνοι, είναι πανάρχαια Ελληνική φυλή, που οι ρίζες της χάνονται στα βάθη των αιώνων.«Κατοικούμε έλεγαν οι γέροντες στον τόπο αυτό, από τότε που ο θεός έφτιαξε τα β΄να και τα ποτάμια, τον ήλιο και το φεγγάρι. Από τότε κρατάει η γενιά μας»

Ονομασία

Η ετυμολογία της λέξης «σαρακατσάνος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πορεία της σαρακατσάνικης κοινωνίας στην ελληνική ιστορία.

Σαρακατσάνους ή Καρακατσάνους τους ονόμασαν οι Τούρκοι για τον ανυπότακτο χαρακτήρα τους. Σύνθετη λέξη λοιπόν το "Καρακατσάνος", από το "καρά" που σημαίνει μαύρος και το "κατσάν" που σημαίνει φυγάς.

Οι ίδιοι την ονομασία αυτή την έκαναν χρήση μετά το 1812, όταν έφυγαν από την πατρίδα τους. «Βαρύ το πένθος στη γενιά μας με την πτώση της Πόλης», όπως έλεγαν. Μέχρι και τα κοπάδια τους ήταν μόνο από μαύρα πρόβατα. Οι Σαρακατσάνοι έσφαζαν όλα τα άσπρα (φλώρα) αρνιά και κρατούσαν τα μαύρα (λάϊα) θηλυκά για το κοπάδι. Γι' αυτό έμεινε παροιμιώδης η φράση " Σαρακατσάνικα πρόβατα", που δεν ήταν τίποτα άλλο, από τα μαύρα πρόβατα. Από το πένθος των Σαρακατσάνων προήλθε το πρώτο συνθετικό "καρά". Εκτός όμως από το πένθος, οι «πατέρες» έδωσαν εντολή να μην υποταχθούν στους Τούρκους και να τους πολεμούν αδιάκοπα, όπου και αν τους βρίσκουν, πράγμα που ανάγκασε τους Σαρακατσάνους να βγούν κλέφτες στα βουνά. Έτσι προήλθε και το δεύτερο συνθετικό "κατσάν".

Καταγωγή

Οι Σαρακατσάνοι, είναι πανάρχαια Ελληνική φυλή, που οι ρίζες της χάνονται στα βάθη των αιώνων. «Κατοικούμε έλεγαν οι γέροντες στον τόπο αυτό, από τότε που ο θεός έφτιαξε τα β΄να και τα ποτάμια, τον ήλιο και το φεγγάρι. Από τότε κρατάει η γενιά μας». Σημερινές επιστημονικές έρευνες, έρχονται να επιβεβαιώσουν τη ρήση αυτή, της παράδοσης των Σαρακατσάνων ως προς την καταγωγή τους. Μια από τις πλέον σοβαρές επιστημονικές προσπάθειες προς την κατεύθυνση αυτή, είναι και η ανθρωπολογική μελέτη, του ανθρωπολόγου καθηγητή πανεπιστημίου Κου Πουλιανού, ο οποίος θεωρεί τον Σαρακατσάνο ως τον πιο κοντινό άνθρωπο, στον αρχάνθρωπο των Πετραλώνων. Ο Κος Πουλιανός, είναι αυτός που ανακάλυψε το σπήλαιο των Πετραλώνων στην Χαλκιδική, όπου μέσα βρήκε σκελετούς, από τις πρώτες ανθρώπινες μορφές που έζησαν στον Ευρωπαϊκό χώρο.

Η αίσθηση αυτή, της πολύ παλιάς καταγωγής, κυριαρχεί απόλυτα στους Σαρακατσάνους όπως προαναφέρθηκε. Γι΄αυτό και οι πιο στοχαστικοί, στο ερώτημα από πού κατάγεστε, δύσκολα απαντούν, ή όταν απαντούν λένε ότι είναι «δυό βολές Έλληνες».

Κατά την παράδοση που πέρασε από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά, οι Σαρακατσάνοι κατοίκησαν στην Πίνδο, μετά το 1400! Όταν ήρθανε οι Τούρκοι, «βήκαμαν στ' αβνά’», έλεγαν οι γερόντοι. Πατρίδα τους αναφέρουν οι παλιοί, την περιοχή των Αγράφων, περιοχή όπου έζησαν οι Σαρακατσάνοι μέχρι το 1812 περίπου. Μεγάλη η τιμή για τον Σαρακατσάνο που προέρχονταν από τα Άγραφα. Τούτο φαίνεται από το γαμήλιο τραγούδι, κοινό σε όλους τους Σαρακατσάνους και αναφέρεται στον νονό (κουμπάρο). "Πάντα νιός και τιμημένος και στην πόλη ξακουσμένος και στα Άγραφα γραμμένος". Επίσης το τραγούδι «Βήκε Αντώνης στ’ ?γραφα, να μάσει παλικάρια».

Νομαδικός Βίος

Μετά τον θάνατο του Κατσαντώνη, ο Αλί Πασάς σε μια ύστατη προσπάθεια να καθαρίσει τον τόπο από τους ανυπότακτους κλέφτες, ξεκίνησε μια φοβερή σφαγή των αμάχων Σαρακατσάνων, όταν ακόμα και παιδιά στην κούνια σφάζονταν.

Ο αγώνας ήταν άνισος και οι καπεταναίοι, γύρω στα 1812-1815, συνεννοήθηκαν να στείλουν τα γυναικόπαιδα στον πασά της Ανδριανούπολης, αφού φρόντισαν να τον εξαγοράσουν για να συνεχίσουν απερίσπαστοι τον αγώνα. Κατά την παράδοση, οι «πατέρες» στέλνοντας τα γυναικόπαιδα στην περιοχή της Ανδριανούπολης τους ευχήθηκαν να προκόψουν, αλλά τους έδωσαν και κατάρα να μην ριζώσουν εκεί που θα πάν. Πάντα στη δύση του ηλίου να έχουν στραμμένο το βλέμμα τους, όπου και ο τόπος καταγωγής τους (η Ήπειρος).

Έτσι δικαιολογείται ότι για πολλά χρόνια οι Σαρακατσάνοι δεν απέκτησαν δική τους γη, στοιχείο που θα τους απέτρεπε την επιστροφή στην πατρίδα τους. Έτσι δικαιολογείται επίσης, το ότι οι Σαρακατσάνοι γίναν νομάδες κτηνοτρόφοι και δημιούργησαν τα τσελιγκάτα, που μετακινούνταν το χειμώνα στους κάμπους (χειμαδιά) και το καλοκαίρι στα βουνά ("καλοκαιρνά").

Την άνοιξη, και συγκεκριμένα, του Αη Γιώργη (23 Απριλίου), οι Σαρακατσάνοι ξεκινούσαν για το βουνό, και το φθινόπωρο, γύρω στις 26 Οκτωβρίου, του Αη Δημήτρη, εγκατέλειπαν το βουνό και ξανακατέβαιναν στις πεδιάδες. Οι εποχιακές αυτές μετακινήσεις είχαν σχέση με την τεχνική της κτηνοτροφίας καθώς και με τις ανάγκες των κοπαδιών, από τα οποία είχαν απόλυτη εξάρτηση.

Ο χειμώνας, σκληρός στα βουνά της ηπειρωτικής ζώνης, δεν επιτρέπει να φυτρώνει το χορτάρι, ενώ η υγρασία ανεβαίνει σε βαθμούς καταστροφικούς για την υγεία των προβάτων και το χιόνι βάζει σε κίνδυνο τη ζωή τους. Κατέβαιναν γι'αυτό τότε στις πεδιάδες αναζητώντας περιοχές πιο πράσινες και κλιματικά πιο ήπιες. Μα μόλις έφτανε η άνοιξη, που στην Ελλάδα δεν διαρκεί παρά λίγες μέρες, οι πεδιάδες και τα βοσκοτόπια ξεραίνονται με γοργό ρυθμό και η θερμοκρασία ανεβαίνει σε βαθμούς που δεν ανέχεται το κοπάδι, οι Σαρακατσάνοι ξανάπερναν το δρόμο για τα βουνά, εκεί όπου χάρη στη δροσιά και την υγρασία η γη δεν ξεραίνεται, αναζητώντας βοσκές για τα ζωντανά τους.

Αμφίδρομη η επίδραση που ασκείται μεταξύ ποιμενικής δραστηριότητας και τοπίου. Εύκολα μπορούμε να επισημάνουμε μια ζώνη κατεχόμενη από τους Σαρακατσάνους. Στις περιοχές της το έδαφος είναι βαθιά θερισμένο και από μακριά δίνει την εντύπωση ενός πράσινου ή κιτρινωπού χαλιού, όπου εδώ και εκεί ξεφυτρώνουν κάποιοι θάμνοι.

Οπλαρχηγοί

Αμέτρητοι οι Σαρακατσάνοι οπλαρχηγοί, που έγραψαν χρυσές σελίδες στην ιστορία της Ελληνικής επανάστασης, κυρίως της προεπαναστατικής. Κορυφαίος όλων ο Κατσαντώνης, που το 1807 στην Λευκάδα και στο μοναστήρι της Αγίας Mαύρας, κηρύχθηκε αρχηγός όλων των κλεφτών στην Ελλάδα.

Παρόντες στην τελετή, ο Ρώσος στρατηγός Παπαδόπουλος, ο Υψηλάντης και από πλευράς εκκλησίας ο επίσκοπος Ιγνάτιος. Ακόμα, Γ. Καραισκάκης, Βλαχόπουλοι, Διπλαίοι, Αραπογιανναίοι, Γιάννης Φαρμάκης και Λιάκατας, είναι μερικά από τα ονόματα που δόξασαν την Ελληνική ιστορία, κατά την περίοδο αυτή.